ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

 

"ΟΥΠΣ"

 

Ήταν μια κρύα μέρα και έφυγε γρήγορα. Όλες οι κρύες μέρες φεύγουν γρήγορα, εκτός από μερικές που σ΄αγκαλιάζουν, κολλάνε πάνω σου και το κρύο τους περνά μέσα σου. Όμως αυτή εδώ δεν ήταν τέτοια μέρα. Ήταν απλά μια συνηθισμένη κρύα μέρα. Έτσι φαινόταν, δηλαδή. Όλα όσα έγιναν και διηγούμαι, συνέβησαν μόλις η μέρα πέρασε.

 

ρχισαν από τις πρώτες ώρες της νύχτας και το θυμάμαι καλά αυτό, ήταν μια νύχτα εξαιρετικά όμορφη και όλα τα αστέρια ήταν στη θέση τους και οι πλανήτες ήταν στη θέση τους και το φεγγάρι ήταν τοποθετημένο στο φωτεινό του κύκλο. Επειδή είχα πιει πολύ κι επειδή κανένας μαλάκας δεν μου την είχε πέσει με το σωστό τρόπο, αποφάσισα να γυρίσω σπίτι.

 

Ακουγόταν ένα ραδιόφωνο που έπαιζε ένα σαχλοτράγουδο, αλλά το σαχλοτράγουδο τέλειωσε, το ραδιόφωνο δεν ακουγόταν καθώς προχωρούσα και εγώ παρμένη, έλεγα και ξανάλεγα το ρεφρέν. Είναι η ζωή μου άχαρη, σαν τσίχλα χωρίς ζάχαρη΄΄. Ένα εντελώς χαμένο βράδυ δηλαδή. Αν δεν είχα πιει θα μπορούσα να καταπιώ το χαπάκι με γεύση λεμόνι. Ο τύπος που μου το πασάρισε είχε πει πως διαθέτει δυναμιτάκια, πολύ πολύ γρήγορα, σε γεύση πορτοκάλι και γεύση λεμόνι. Διάλεξα με γεύση λεμόνι.

 

Για όποιον θυμάται, στον Εξορκιστή΄΄, όχι στην ταινία, στο βιβλίο, ένας παπάς ήταν λεμονοπρεζάκιας. Έλιωνε για λεμονοχυμό, όπως λιώνουν οι άλλοι άμα μυρίζει καφές. Αλλά να μυρίζει δυνατά λέμε τώρα, να γεμίζεις άρωμα καφέ σε κάθε αναπνοή. Τέλεια φάση δεν είναι;

 

Τώρα που μιλάμε, κανονικά δεν έπρεπε να βάλω το χέρι στην τσέπη και να πιάσω το χάπι, ούτε να το βάλω μετά στο στόμα μου, αφού είχα πιει πολύ κι ακόμα πιο πολύ δεν έπρεπε να το καταπιώ. Τουλάχιστον, όχι πριν φτάσω στο σπίτι. Όχι πως μένω μακριά, κοντά είμαι και είχα σχεδόν φτάσει. Μπροστά στην πόρτα να αναρωτιέμαι πού είναι το κλειδί όταν το χρειάζεσαι. Κι εκεί ακριβώς, με τη σκέψη στο κλειδί και τη δυσκολία να μπει στην κλειδαριά, ήρθε το ασημένιο φως. Μπήκε από τον τοίχο τον έκανε διάφανο και το είδα καθαρά, σε μια ευθεία γραμμή ανάμεσα σε μένα και τη σελήνη. Θέλω να πω δεν είχε τίποτε άλλο. Ένα σημάδι το φεγγάρι, ένα εγώ και μια ασημένια γραμμή να μας συνδέει. Όπως στους χάρτες, κάτι τέτοιο. Στην αρχή είπα, πως είμαι έξω από αυτό. Μπροστά στην πόρτα μου, αγάμητη, με το κλειδί στο χέρι και παρατηρώ μια παράξενη φάση. Μετά είπα ότι δεν είμαι και τόσο έξω, αφού με μένα παίζεται το σκηνικό και εγώ είμαι που κάνω παιχνίδι. Ωραία, το ήθελα πάντα αυτό, να γράφω βιβλία και να διαβάζει ο κόσμος τα βιβλία μου και να λένε, αυτή γράφει βιβλία, είναι συγγραφέας. Αφού τα βιβλία που θα γράψω θα έχουν τη φωτογραφία μου, την ηλεκτρονική μου διεύθυνση και άλλες πληροφορίες για μένα. Αν αυτό είναι που συμβαίνει, ανοίγει το μυαλό μου και γράφω βιβλία, λεω καλό είναι, αλλά εδώ έχω ένα πράγμα, μια γραμμή πολύ ασημένια, εντελώς ασημένια που ακουμπάει στο φεγγάρι, όπως εγώ ακουμπάω στην πόρτα μου. Με ένα στόμα γεμάτο γεύση λεμονιού εγώ. Η γραμμή την κάνει, εξαφανίζεται όπως εμφανίστηκε. Σίγουρα ήπια πολύ και χαλάστηκα.

 

Μπαίνω στο σπίτι, μπαίνω στο μπάνιο, βγάζω αυτόματα σφηνάκια ρούμι με κανέλα, βότκα ζεσταμένη και κάτι μπίρες προέλευσης Μεξικό. Ούτε να κάνω τα κανονικά δεν πρόλαβα, γονάτισμα, άνοιγμα καπάκι τουαλέτας, όρκος πως δε θα ξαναγίνω έτσι και τα λοιπά τελετουργικά. Όρθια να σκορπίζω τα άπαντα της καλής μεθυσμένης και να έχω από πάνω απορία. Σκέφτομαι, προσπαθώ δηλαδή, να καταλάβω γιατί διάλεξα δυναμιτάκι με γεύση λεμόνι, όταν το πρωί έχω τόσα πράγματα μέσα στο κεφάλι μου, έξω από το κεφάλι μου.

 

Το κεφάλι μου στριφογυρίζει, ανοίγομαι γλυκά, ξαπλώνω, νομίζω κοιμάμαι. Ο καθρέφτης μου τραγουδάει, ποια είναι η πιο τρελαμένη της πόλης στα εικοσιδύο της, γενικά μετά ποια είναι η πιο τρελαμένη από όλες. Νομίζω κοιμάμαι. Δεν περιμένω την απάντηση, λεει πάντα πως είμαι εγώ. Θέλω να τον κάνω να τραγουδάει πως είμαι και η πιο όμορφη. Αύριο ίσως, όχι απόψε. Απόψε βαριέμαι να βουρτσίσω τα δόντια μου, δεν είμαι σε θέση. Αύριο έξτρα δουλειά, έχω να καθαρίσω και το μπάνιο αύριο, τώρα κοιμάμαι, γυρνάω ακόμα, πάω κρεβάτι.

 

Λοιπόν, η τύπισσα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, από τη μεριά που ξαπλώνω πάντα εγώ, είχε φορέσει το νυχτικό μου, κάπνιζε και έτρωγε μια από τις δικές μου σοκολάτες. Να μη σχολιάσω που έριχνε τη στάχτη στο πάτωμα. Εντάξει, δεν θυμάμαι κανένα να ξάπλωσε στο κρεβάτι μου και να μην έριχνε τη στάχτη στο πάτωμα. Είναι εγώ, αλλά πιο ψηλή, πιο μακριά μαλλιά, πιο μακριά πόδια. Με γυαλιά επίσης. Δεν είμαι σε θέση για ερωτήσεις, αλλά είναι στο κρεβάτι μου και εγώ είμαι στο κρεβάτι μου και αυτή είναι στη μεριά που με βολεύει. Ασημένια αχτίνα, μια κοπελιά υπάρχει όπως δεν έπρεπε να υπάρχει, είναι μουδιασμένο το στόμα μου, τη βλέπω να μασουλάει σοκολάτα, μου μυρί-ζει σοκολάτα, βγάζω ό,τι έμεινε από κοκτέιλ ρούμι-βότκα-μπίρα στο πάτωμα. Νομίζω κοιμάμαι. Έχω την εντύπωση ότι ψηλώνω και αποκτώ μακριά πόδια.

 

Πολύ πιο μικρή είχα βρει το βιβλίο Πρασινοσκούφης΄΄. Καμιά σχέση με Βιετνάμ και σούπερ ήρωες. Αυτός ο Πρασινοσκούφης ήτανε ένα ξωτικό, ένας καλικάντζαρος απ΄ αυτούς που κυκλοφορούνε ανάμεσα Χριστούγεννα και Αγιασμό των Νερών, για να εξαφανιστούν τη μέρα των Φώτων επιστρέφοντας στις υπόγειες πολιτείες τους. Ο συγκεκριμένος, κάπου ξεχάστηκε, δεν είδε παπά ν΄ αγιάζει, δεν τον έπιασε το ράντισμα, δεν έφυγε στις κάτω πόλεις κι έμεινε στο δικό μας κόσμο. Είχε μανία με το ρύζι, το έτρωγε σαν βουλιμικός και γενικά έτρωγε ό,τι έβρισκε χωρίς να χορταίνει. Τον μαζέψανε κάτι παιδιά, ίδια περίπτωση με τον Ε.Τ. τον εξωγήινο και εντάξει. Τα ξωτικά όμως είναι μικροσκοπικά, αυτή η κοπέλα στο κρεβάτι μου, το είπα, κανονική.

 

Όλα αυτά τώρα με κλειστά τα μάτια μου. Η αυτή που λέμε, την ένοιωσα να έρχεται πάνω μου, φύσηξε μια αναπνοή για να βλέπω, είπε, με κλειστά τα μάτια και είδα όσα έλεγε να γίνονται χρώματα. Σαν τα χιόνια της τηλεόρασης, αλλά χρωματιστά. Ύστερα έβλεπα καθαρά όσα έλεγε. Κανονικά, σαν να διορθώθηκε η βλάβη.

 

Στην ουσία, δεν είναι αν διαφωνείς με αυτά που σου λεει κάποιος. Πρακτικά, μετράει αν συμφωνείς με αυτόν που στα λεει. Κι ακόμη, αν θέλεις να συμφωνείς. Τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα. Είναι ότι εγώ τα λεω αυτά κι αν θέλετε με πιστεύετε, αν θέλετε κάνετε μια διαγραφή και τα πετάτε στο καλάθι ανακύκλωσης. Να καταλήξω, η λεγάμενη δήλωσε νεράιδα. Αποκλείστηκε να είναι ξωτικό, λογικό συμπέρασμα. Έτσι ακούγεται, λογικό συμπέρασμα κι έπειτα το βεβαιώνω. Δε λέω πως ήτανε νεράιδα, σας λεω ό,τι είπε αυτή.

 

Σε περίληψη τώρα, σε τιτλάκια. Το όνομά της Νεράιδα Λεμόνι και κατέβηκε από το φεγγαρότοπο ειδικά για τη γαληνότητά μου. Έτσι ακριβώς, για τη γαληνότητά μου. Καλά μου ακούστηκε, αν και δεν το πολυκατάλαβα, όντως μουχλιασμένη έκφραση. Το πήρα κάπως σαν τέλειο παιδί΄΄, φανταστικό μωρό΄΄, μουνάκι ζάχαρη΄΄. Ένα απ΄ όλα. Όλα μάλλον. Κατέβηκε και ήρθε να με κάνει μικρή, να με κάνει γερασμένη, πάλι μικρή, να περάσω διάφορα και να δω ακόμη πιο πολλά. Τέτοια μου είπε και το μυστικό, η νεραϊδοσυνταγή, για κάθε φορά θα είναι να φυσάει αναπνοή στο στόμα μου.

 

Καλή αρχή και με αγκάλιασε σφιχτά, εγώ την έβλεπα με κλειστά μάτια, έσπρωξε τη γλώσσα της μες στο στόμα μου, το άνοιξε, φύσηξε, δροσερή ανάσα νεράιδας, στο βάθος κάτι σα να με ακουμπούσε μέταλλο, έτσι που μουδιάζει τα δόντια λίγο και χαρούμενη μου δάγκωσε τα χείλια. Μετά θυμάμαι, ήθελα να τη ρωτήσω, πού ξέρει πως θέλω να μου τα κάνει όλα αυτά, αλλά πάλι κοιμόμουν και όταν ξύπνησα είχε φύγει, δηλαδή είχε γίνει εγώ. Από τότε την έβλεπα βέβαια, ντυμένη πωλητής και πλάσαρε δυναμιτάκια, καθισμένη στο γρασίδι κι΄ όταν έβρεχε έπιανε τραπεζάκι στο κυλικείο της σχολής. Φυσικά από μένα δεν πήρε ποτέ χρήματα.

 

Που λετε, όταν ξύπνησα όλο το δωμάτιο μύριζε λουλούδια λεμονιάς. Ουπς! Η μαμά μου φορούσε παλιά 4711. Ήταν σε κάτι πράσινα μπουκαλάκια; Νομίζω.

 

Συμπλήρωμα: Στη Λάμψη΄΄, με το Νίκολσον, το δωμάτιο του Θέα΄΄, που είχαν γίνει κάτι φονικά και στοίχειωσε ήταν το 217. Αυτό ήταν που με απογοήτευσε. Όπως έδειχνε το δωμάτιο από κοντά, πριν δω ταμπέλα με νούμερο, ήμουνα σίγουρη πως θα ήταν το δωμάτιο 4711. Αντί γι΄ αυτό ήταν ένα στεγνό 217. Λέμε τώρα, στο έργο που Νίκολσον, γυναίκα και παιδί του είχαν πάει να φυλάνε το χειμώνα αυτό το ξενοδοχείο, το Θέα΄΄, όταν έφευγαν όλοι από αυτό το χειμώνα.

 

μα φεύγουν όλοι και δεν κάθεται μέσα κανένας είναι πρόβλημα, γι αυτό και τα έπαιξε ο Νίκολσον στο έργο. Ακριβώς επειδή δεν ήταν κανένας εκεί και αυτός ήθελε να είναι κάποιος και επειδή δεν ήταν, έβγαζε διάφορους από το μυαλό του. Ότι ήταν τάχα εκεί και έκαναν παρέα μαζί του και γίνανε φίλοι του. σχημη περίπτωση, πολύ άσχημη, αφού στο τέλος του έργου κυκλοφορεί με ένα τσεκούρι κυνηγώντας γυναίκα, παιδί και μπλέκοντας μέσα σε ένα φυτό λαβύρινθο. Κι όλα αυτά μέσα σε χιόνια.